Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

ΧΩΡΙΣ ΝΤΡΟΠΗ - του Στέφανου Κακαβούλη





Υπάρχει θέατρο καλό και κακό, αλλά υπάρχει και θέατρο σημαντικό και ασήμαντο. Θεατρικό έργο, για το οποίο υπάρχει ή δεν υπάρχει λόγος να γραφτεί και λόγος να το δούμε.
Απερίφραστα, το έργο «ΧΩΡΙΣ ΝΤΡΟΠΗ» του Στέφανου Κακαβούλη είναι σημαντικό θέατρο, θέατρο με σημασία και νόημα. Είχε λόγο που γράφτηκε και έχουμε κι εμείς λόγο να το δούμε.




Κι ακόμα, είναι καλό θέατρο, είναι έντιμη παράσταση, αξιοπρεπής. Είναι πρωτίστως καλοζυγισμένη προσέγγιση ενός θέματος ιδιαίτερα ευαίσθητου. Με γλώσσα φυσικώς ρέουσα και σημερινή, ο θεατρικός συγγραφέας Κακαβούλης βάζει τον δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων. Διεισδύει στα αρνητικά ορόσημα της εποχής μας και καταπιάνεται εδώ με τα σκοτεινά διαδικτυακά μονοπάτια, στα οποία καταφεύγουν απελπισμένα τα έφηβα παιδιά μας. Δεν διστάζει να αντικρύσει κατάματα τα αίτια της απελπισίας τους και τα αίτια των επιλογών τους, να τα ψαύσει και να τα παραδώσει, κατόπιν, στον σκηνοθέτη Κακαβούλη, για να τα μεταφέρει και σε μας, τους θεατές, τους γονείς – ή ακόμη και στα παιδιά μας τα ίδια. Αντέχουμε, πρέπει να αντέξουμε, να δούμε το "ΧΩΡΙΣ ΝΤΡΟΠΗ". Και καλό θα είναι να το δούμε με τα παιδιά μας, αν βρίσκονται σε ηλικία Λυκείου και άνω.   



    
Η έφηβη Λίνα είναι παιδί χωρισμένων γονέων. Ο πατέρας απών και η μητέρα δεν μοιάζει να έχει πολύ χώρο για την κόρη της ανάμεσα στα επαγγελματικά και στα ερωτικά της. Θέλει, όμως, να έχει άποψη για την Λίνα. Να την κρίνει ή να την επικρίνει. Την Λίνα, που, όπως κάθε παιδί της ηλικίας της, ψάχνει εν τω μεταξύ στο Διαδίκτυο και στην εικονική  πραγματικότητα μια διέξοδο στα αδιέξοδά της. Διέξοδους προσφέρει άφθονες κι εύκολες το Διαδίκτυο, αλλά δεν είναι όλες αθώες, δεν είναι όλες χωρίς συνέπειες. 
Η ηλικία, η φρεσκάδα, η «αθωότητα», το παρουσιαστικό, ο παρορμητισμός της Λίνας- όλα στοιχεία  πολύτιμα και περιζήτητα στην αγορά – την καθιστούν ταυτόχρονα ελκυστικό, ακαταμάχητο, δόλωμα, αλλά κι εύκολη λεία για επιτήδειους κάθε ηλικίας. Οι έφηβοι είναι έτσι κι αλλιώς εκκρεμείς χαρακτήρες, αμφιταλαντεύονται, κινούμενοι αέναα από την μια άκρη του εκκρεμούς στην άλλη, μπορούν να είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα στον αγώνα τους για την προσοχή μας, για κάποιου είδους ταυτότητα, για μια θέση στον κόσμο μας.
Η πλοκή του έργου εξελίσσεται μέσα από 4 χαρακτήρες - την Λίνα, την μητέρα της, τον πατέρα της και τον εραστή της μητέρας – που ζουν την ζωή τους, πορεύονται στην καθημερινότητά τους χωρίς ιδιαίτερη περίσκεψη, χωρίς ντροπή, τελικά. 





Δεν φαίνεται να ζουν μια σπουδαία ζωή, δεν φαίνεται να έχουν μιαν ιδιαίτερα ελκυστική καθημερινότητα. Μια ζωή, όπως των πολλών ανθρώπων οι ζωές κι η δική τους ζωή. Σπρώχνουν την κάθε μέρα, πιεσμένοι από υποχρεώσεις, απορροφημένοι από την προσπάθεια να βρουν μια διέξοδο, κάποια εκτόνωση, λίγη χαρά μέσα στα άχαρα. Κάπου εκεί χάνουν την ισορροπία τους, χάνουν την  σωστή επικέντρωση, χάνουν ο ένας τον άλλο.
Το θέμα του έργου προσφέρεται για συγκρούσεις και πράγματι οι χαρακτήρες του έργου συγκρούονται, συνήθως ανά δύο, καθώς επέρχονται οι κίνδυνοι από τις επιλογές τους και η συνειδητοποίηση όσων αφέθηκαν να συμβούν, όσων χάθηκαν. Ευφυώς, η σκηνοθετική προσέγγιση του Στέφανου Κακαβούλη επέλεξε την οδό του μέτρου. Οι δυνάμει προκλητικές σκηνές δεν εκτυλίσσονται υπερμέτρως προκλητικά επί σκηνής και οι συγκρούσεις ισορρόπησαν σοφά πάνω σε μια γραμμή τόσης έντασης, όσης χρειάζεται, χωρίς να μεταλλαχθούν σε εύκολες κραυγές και ουρλιαχτά, με συνέπεια ο θεατής να προσλαμβάνει την  ουσία τους και να μη χάνει την συγκέντρωσή του ούτε να αποπροσανατολίζεται. Σκοπός του Κακαβούλη δεν είναι η πρόκληση, αλλά η ανατομία του προβλήματος.




Συμπερασματικά, το "ΧΩΡΙΣ ΝΤΡΟΠΗ", χάρις στην σκηνοθετική γραμμή,  παραμένει πάντα σοβαρό θέμα και όχι εύκολο θέαμα. Η γραφή και η σκηνοθεσία κάνουν τους χαρακτήρες ανάγλυφους, αλλά και αναγνωρίσιμους. Αναδεικνύουν τις διαστάσεις των επιλογών τους και τις συνέπειες, τα αίτια και τα αποτελέσματα των ενεργειών και των παραλείψεών τους.
Πονάει η παραδοχή, αλλά πράγματι εύκολα εκτροχιάζονται οι ανθρώπινες σχέσεις στο πλαίσιο μιας εποχής, που όλα τα επιτρέπει. Εκπλήσσει και παρασύρει η ευκολία των σχέσεων στο Διαδίκτυο, μοιάζει ανώδυνο το cyber sex με αγνώστου προελεύσεως, ταυτότητας και προθέσεως άτομα, αλλά κρύβει κινδύνους,  δεν είναι και τόσο ανέξοδο. Κυρίως, δεν είναι λύση, δεν είναι διέξοδος, δεν είναι καταφύγιο - ούτε για ενηλίκους ούτε, ακόμη περισσότερο, για την on line περιπλανώμενη και χαμένη Λίνα.
Οι ηθοποιοί, τους οποίους επέλεξε και δίδαξε ο Στέφανος Κακαβούλης έμειναν με την υποκριτική τους πιστοί σε μια προσέγγιση μακριά από κραυγές, ρητορείες και στείρα ηθικοπλαστικά διδάγματα. Η ίδια η ζωή, άλλωστε, δεν σηκώνει απαγορεύσεις. Μέτρο, περίσκεψη και ισορροπίες θέλει.   
Η έφηβη Μαριέλλη Μανουδάκη, στον ρόλο της Λίνας, είναι ανεπιφύλακτα εξαιρετική. Η πλαστικότητα των κινήσεών της και η γενικότερη κυριαρχία στο σώμα της υποδεικνύουν ότι έχει διδαχθεί χορό, αλλά, αναμφίβολα, η έμφυτη εκφραστική της δύναμη και η υποκριτική δεξιοτεχνία σ ε τόσο νεαρή ηλικία  αξιοποιήθηκαν προφανέστατα κατά τον καλύτερο τρόπο από τον σκηνοθέτη, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είχε ο ίδιος πλάσει και τον χαρακτήρα της Λίνας. Έχουμε οπωσδήποτε κάθε δικαίωμα ως θεατές να περιμένουμε πολλά στο μέλλον από την νεαρή και ευαίσθητη πρωταγωνίστρια, αν αποφασίσει να δώσει συνέχεια σε ένα τέτοιο θεαματικό ντεμπούτο.




Η συνολική σκηνική παρουσία του Γιάννη Τσουρουνάκη είναι εντυπωσιακή. Ο Τσουρουνάκης έχει βάρος και σώμα πάνω στην σκηνή. Διαθέτει και αξιοποιεί σωστά το πλεονέκτημα μιας βαθιάς, εκφραστικής, φωνής, την οποία χειρίζεται λιτά, στους τόνους, που πρέπει, για να περάσουν αποτελεσματικά στον θεατή τα συναισθήματα και τα ανεβοκατεβάσματα του εραστή μιας γυναίκας με κόρη στην εφηβεία, ενός ρόλου με πολλές παγίδες και πειρασμούς όχι μόνο στο σανίδι της σκηνής του "ΧΩΡΙΣ ΝΤΡΟΠΗ", αλλά και στην πραγματική ζωή. 




Η Μαρία Βλάχου, δίπλα στον Γιάννη Τσουρουνάκη, πείθει απόλυτα ως σύγχρονη γυναίκα, που βρέθηκε χωρίς σύζυγο πάνω στην βιολογική της ακμή. Διεκδικεί δυναμικά και χαριτωμένα τα δικαιώματά της στην προσωπική ζωή και στον έρωτα. Συνειδητοποιώντας ότι τελικά αυτό γινόταν και γίνεται εις βάρος της σχέσης της με την κόρη της, βγάζει στην σκηνή εκείνο το άγχος και εκείνο τον πόνο, που πάνε χέρι-χέρι με το έλλειμμα γονικής επιμέλειας. Είναι συναισθήματα αυτά γνωστά σε αρκετούς γονείς, που στον δύσκολο σημερινό κόσμο πασχίζουν να συνδυάσουν τα ασυνδύαστα: και προσωπική ζωή να περισώσουν και σε επαγγελματικές απαιτήσεις να ανταποκριθούν και γονική μέριμνα να ασκήσουν.  Από την άποψη αυτή, δεν πρέπει να είναι λίγοι όσοι θεατές θα ταυτισθούν μαζί της.




Στον μικρότερο ρόλο του απόντος από την ζωή της Λίνας πατέρα, ο Κώστας Κλάδης εμφανίζεται αρχικά ψύχραιμος. Βαθμιαία, ωστόσο, και καθώς αντιλαμβάνεται τις επικίνδυνες ατραπούς, στις οποίες βαδίζει η κόρη του, χάνει την ψυχραιμία του και την αποστασιοποίησή του. Πανικοβάλλεται, φωνασκεί, κατηγορεί την γυναίκα του για τις επιλογές της, συγκρούεται μαζί της. Ο απών πατέρας διεκδικεί την ενεργητική παρουσία, τα χαμένα γκέμια, τις ευθύνες, που είχε ξεχάσει πως έχει. Η αγχωτική επί σκηνής μεταμόρφωσή του σε πατέρα, που νοιάζεται να παρέμβει και να προλάβει τα χειρότερα, εκπέμπει όλη την αγωνία μιας τέτοιας καθοριστικής στιγμής.




Μια αλληλουχία γεγονότων, που οφείλεται στο ότι οι χαρακτήρες επιλέγουν ή αφήνονται να δρουν σχεδόν τυχαία και χωρίς αίσθηση ντροπής, χωρίς αυτοσεβασμό, δεν μπορεί παρά να κορυφώνεται με σπαραγμό – και τέτοια είναι η τελευταία σκηνή του έργου, με τους τρεις κύριους χαρακτήρες να συγκρούονται μετωπικά, να αλληλοσπαράσσονται, να ξεγυμνώνουν την ψυχή τους, να γίνονται ο ένας καθρέφτης του άλλου. Η μητέρα, ο εραστής, η κόρη, ο ένας απέναντι στον άλλο, στην πραγματική ζωή, δίχως τα φτιασίδια του Διαδικτύου, δίχως την ψευτιά των συμβάσεων.
Το στοίχημα και για τους τρεις είναι αν θα  ξαναβρούν την ντροπή, που είχαν χάσει. Αν θα ξανακερδίσουν ο ένας τον άλλο κι όλοι μαζί την ζωή τους.




Το ζήτημα είναι αν θα την ξαναβρούμε κι εμείς την ντροπή μας ως θεατές, ως κομμάτια του ίδιου λίγο-πολύ κόσμου, μιας κοινωνίας χαμένης στις ευκολίες και στις απολαύσεις της. Κι αυτό αποτελεί τον κυριότερο λόγο για να πάμε ως το «Θέατρο κάτω από την Γέφυρα», δίπλα στον Σταθμό του Ηλεκτρικού, στο Νέο Φάληρο, και να δούμε το ΧΩΡΙΣ ΝΤΡΟΠΗ του Στέφανου Κακαβούλη.   Για να ξαναβρούμε την ντροπή μας...


                             




Φωτογραφίες από την παράσταση 

Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017

"ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΣΕΝΑ", κάτι από τον Γιώργο Νικητόπουλο



Πριν από σχεδόν 1,5 μήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2017, κυκλοφόρησε επίσημα από τις Εκδόσεις του ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΥ ένα CD αρκούντως διαφορετικό από τα  ακούσματα του συρμού, στα οποία έχουν συνηθίσει τα αυτιά μας. Το "ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΣΕΝΑ", σε μουσική και στίχους - αλλά και ερμηνεία στα περισσότερα τραγούδια -  του Γιώργου Νικητόπουλου θα μπορούσε εύκολα να χαρακτηρισθεί Χατζιδακικό ως προς την ατμόσφαιρα στην οποία παραπέμπει. Ο Νικητόπουλος, όντας και μουσικός  παραγωγός του BOEM RADIO, έχει επαρκέστατη γνώση του συνόλου των μεταπολεμικών μουσικών μας πραγμάτων, ενδιαφέρουσες απόψεις για το Ελληνικό τραγούδι και σαφείς εκλεκτικές συγγένειες με τον Μάνο Χατζιδάκι της ύστερης περιόδου.


Οι εκλεκτές ευαισθησίες και οι χαμηλοί τόνοι μπορεί να μην ταιριάζουν στην εποχή μας - εποχή κραυγών και συνθημάτων - αλλά, παρ' όλ' αυτά, ο Νικητόπουλος, εκκινώντας στιχουργικά και συνθετικά από αυτή την μήτρα, κατόρθωσε να συγκεντρώσει έναν αριθμό όχι λίγων συντελεστών, οι οποίοι κατανόησαν το υλικό του και μοιράσθηκαν το όραμά του για το τελικό αποτέλεσμα. Αν κρατάμε πια στα χέρια μας το "ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΣΕΝΑ", τούτο σημαίνει, αν μη τι άλλο, πως η ομάδα, που συγκρότησε ο Νικητόπουλος, βρήκε τις αισθητικές ατραπούς, βρήκε πού και πώς να πατήσει, ώστε αυτό το τελικό αποτέλεσμα να αφορά κι εμάς και να μας αφορά σήμερα. Κατόρθωμα διόλου εύκολο και διόλου αμελητέο - κατόρθωμα, που με κάνει κι εμένα να προσπαθήσω να αποτυπώσω εδώ σκέψεις, που μου γεννήθηκαν για κάθε τραγούδι χωριστά.   


  
01. Καριέρα
Το πρώτο τραγούδι του δίσκου κινείται σε ειρωνικούς τόνους, με την ειρωνία του τραγουδοποιού να απευθύνεται ευφυώς πότε στους άλλους και πότε στον εαυτό του. Ο καριερίστας του στιχουργού Νικητόπουλου είναι ειλικρινής σε σημείο κυνισμού και ο συνθέτης Νικητόπουλος του σκαρώνει μια παιχνιδιάρικη μελωδία για να πατήσει ο στίχος. Κατόπιν, αναλαμβάνει τα ηνία ο ερμηνευτής Νικητόπουλος, που παίρνει ύφος κομπέρ σε καμπαρέ κι ανεβαίνει με σιγουριά στην σκηνή για να κηρύξει το ευαγγέλιο του καριερίστα. 




02. Σε μια σκηνή
Το δεύτερο τραγούδι του δίσκου ανοίγει στον ακροατή μια πόρτα πλατειά προς τον συναισθηματικό κόσμο του τραγουδοποιού. Ο Νικητόπουλος αξιοποιεί το πέρασμά του από την ηθοποιία και εμπνέεται στιχουργικά από έναν κόσμο πλασμένο από και για τα πιο πλούσια και τα πιο αντίθετα μεταξύ τους συναισθήματα, τον κόσμο των ηθοποιών και του θεάτρου. Το "Αχ" του, με το οποίο ανοίγουν οι περισσότεροι από τους στίχους του τραγουδιού, είναι ταυτόχρονα "αχ" προσπάθειας και κόπων, "αχ" προσδοκιών και ελπίδων, "αχ" λαχτάρας" και "αχ" ανακούφισης, "αχ" διαψεύσεων και "αχ" δικαιώσεων. Οι στίχοι δεν είναι πολλοί - μόλις 12 -  αλλά  το συγκεκριμένο "αχ" του Νικητόπουλου είναι τόσο βαθύ και μακρόσυρτο, που η γλυκειά μελωδία χρειάζεται εδώ σχεδόν 4,5 λεπτά για να ξεδιπλώσει όλα αυτά τα συναισθήματα, που βιώνει ο κάθε ηθοποιός. Ο Νικητόπουλος μένει πιστός στο βασικό του θέμα, τον ηθοποιό κι όσα νοιώθει μπροστά στο σανίδι του θεάτρου. Δεν παραλείπει, όμως, να επιτρέψει στον ακροατή μια σύντομη, περαστική, ματιά, στο παραπονεμένο ερωτικό του σύμπαν. Φυλάει ένα από τα "αχ" του, ένα ερμηνευτικά σπαρακτικό "αχ", για έναν έρωτα εκκρεμή (;), μετέωρο (;), αδικαίωτο (;), ελλιπή (;): "Αχ, έτσι κι εσύ που μ' αγαπάς, κορμί κλειστό...", λέει, ενθέτοντας με μαεστρία το προσωπικό μέσα στο γενικό και κάνοντάς μας έτσι να νοιαστούμε λίγο παραπάνω. 




03. Το σπίτι
Ακολουθεί, τρίτο, ένα από τα πιο τρυφερά κι "αγαπησιάρικα"- όχι στενά ερωτικά - τραγούδια του δίσκου. "Το σπίτι" είναι μια αλληγορία, που αναλαμβάνει να ερμηνεύσει η Αγγελική Τουμπανάκη, νέα επιστήμων, με εξαιρετικά ενδιαφέρουσα φωνή και jazzy μουσικές ανησυχίες, τις οποίες καλλιεργεί παράλληλα και δημιουργεί δικαίως αίσθηση. Πατώντας πάνω σε στίχους, που δεν είναι μόνο συναισθηματικοί, αλλά δίνουν κι ένα πολύ ιδιαίτερο, ενδιαφέρον, περιεχόμενο στην αγάπη, όταν δηλώνουν "Τοίχους που πέφτουν πάλι να χτίσεις, νάχω να ρίχνω, στο σ' αγαπώ να συνηθίσεις", η Τουμπανάκη προσδίδει διακριτές jazzy αποχρώσεις στην σύνθεση και μας την παραδίδει ολοκληρωμένη και ακέραια, για επαναλαμβανόμενη ακουστική απόλαυση.




04. Κότες
Οι "Κότες" είναι ένα αρκούντως σατιρικό κομμάτι, καταφανώς το πιο ρυθμικό και παιχνιδιάρικο του δίσκου. Ο Νικητόπουλος έχει παρατηρήσει κότες και κοτέτσια τόσο όσο και τους ανθρώπους της μεγάλης πόλης, ώστε επιχειρεί εκ του ασφαλούς κάποιους ακριβείς παραλληλισμούς. Οι στίχοι προδίδουν πνεύμα, φανερώνουν ένα δηκτικό, άλλά όχι άδικο, χιούμορ, και η μελωδία τους ντύνει καταλλήλως. Στο τέλος, έρχεται ο ίδιος ο τραγουδοποιός να ερμηνεύσει το τραγούδι του, επιλέγοντας να ανεβάσει εδώ την φωνή του και να την φορτίσει με ανάλογα παιχνιδιάρικους τόνους. Όσο για τον ρυθμό, θα τολμήσω να πω ότι παραπέμπει σε εκείνον τον χαρακτηριστικά ρυθμικό τρόπο με τον οποίο οι κότες υψώνουν επαναληπτικά το κεφάλι, αφού τσιμπάνε κάτι.
 




05. Καπνός
Με τον "Καπνό", η ατμόσφαιρα επιστρέφει στην πίκρα της χαμένης αγάπης, στα χρέη και στα μείον, που άφησε στο διάβα της, στις ανηφοριές, που ο παρατημένος απόμεινε να ανεβαίνει μόνος. Ο παρατημένος δημιουργός δεν εμφανίζεται διεκδικητικός. Αποδέχεται στωικά την επιλογή του άλλου, την απώλεια. Ακόμη περισσότερο, πάντως, δείχνει να την βιώνει, να θέλει, να επιθυμεί να την βιώσει στην ολότητά της.
Σιγοτραγουδώντας μαζί με τον ερμηνευτή, αβίαστα σχηματίζουμε την εικόνα του παρατημένου εραστή, που συνεχίζει μόνος, ένας πια, μια πορεία, την οποία είχαν χαράξει δύο μαζί. Τον διακρίνουμε, παρ' όλ' αυτά, να φέρει τον άλλο μαζί του ως επί πλέον φορτίο, να φοράει τα ρούχα του κάτω από τα δικά του,  δεύτερο δέρμα. 
Το μοτίβο του ερωτικού παραπόνου χαρακτηρίζει τον στίχο και την μουσική σύνθεση, αλλά και την ερμηνεία από τον ίδιο τον Νικητόπουλο. Είναι, όμως, ένα παράπονο μεγαλόφωνο εδώ, δεν είναι ψιθυριστό και χαμηλότονο.






06. Σε κάποια βόλτα
Στην έκτη θέση μας περιμένει ένα τραγούδι  κυριολεκτικά αναπάντεχο. Κινείται σε πολύ διαφορετικό κλίμα, είναι βγαλμένο από μια ξεκάθαρα διαφορετική ψυχική κατάσταση του τραγουδοποιού, που στον στίχο διατηρεί τους διακριτούς χαμηλούς τόνους, που τον χαρακτηρίζουν, αλλά ανεβάζει ταχύτητα στην εμπνευσμένη μουσική σύνθεση.
Το τραγούδι είναι βαρύ και αμιγώς λαϊκό. Πηγάζει, λες, από μεγάλο νταλκά, έχει σμιλευτεί με χειρονομίες ζεϊμπέκικου σε ώρα νυχτερινή προχωρημένη, μπροστά σε παλιό λαϊκό πάλκο, με την ορχήστρα να παρακολουθεί με σεβασμό. Ξεχωρίζει κι επικρατεί, ακατανίκητος και διαυγής, ο ήχος του μπουζουκιού του Νίκου Κατσίκη, που κεντάει πενιά-πενιά τον καϋμό. Στιβαρή η φωνή και λιτή η ερμηνεία της Παυλίνας Κατσή, όπως πρέπει στο ασήκωτο μαράζι, στην  ειλικρινή ικεσία του ερωτευμένου.




07. Χωρίς
Λαϊκά μονοπάτια επιλέγει ο δημιουργός για να ντύσει μουσικά έναν ακόμη χωρισμό, βιωμένο διαφορετικά στο "Χωρίς". Η Παυλίνα Κατσή διαθέτει έτσι κι αλλιώς μια φωνή στέρεη και στιβαρή, που ταιριάζει στην οπτική του τραγουδιού για μια γυναίκα, που παραμένει βέβαιη ότι έχει σημαδέψει για πάντα τον πρώην. Δεν θα μπορέσει ποτέ να την αποτάξει, τον έχει δικάσει και καταδικάσει σε ισόβια με τον τρόπο της. Η Κατσή εκφέρει το δικό της "Αχ" στο "Χωρίς", που, όμως, βρίσκεται στον αντίποδα του "Αχ" του Νικητόπουλου στο "Σε μια σκηνή". Εδώ συναντάμε το "Αχ", όπως άχτι, το "Αχ" τι σε περιμένει, το "Αχ" και θα δεις εσύ. Ενδιαφέρουσα στιχουργική και συνθετική στροφή για τον δημιουργό, που δίνει την ευκαιρία στην Κατσή να χρωματίσει ερμηνευτικά έναν άλλο τύπο γυναίκας - τον αντίστοιχο του άνδρα στο "Υπάρχω" του Καζαντζίδη, ίσως.       





08. Πουκάμισο καρό
Αξίζει ιδιαίτερη προσοχή στο κομμάτι αυτό και στην αλληλουχία των οικείων εικόνων, που υποβάλλει στον ακροατή ο στιχουργός. Ο Νικητόπουλος ξεκινάει από ένα κοινό πουκάμισο καρό, που το βλέπει, το μελετάει, το περιγράφει αναλυτικά και εξαντλητικά από όλες τις πλευρές του χώρου και του χρόνου, δημιουργώντας μιαν αλληγορία για τα είδωλα της παιδικής ηλικίας, τα είδωλα της αγάπης, τα είδωλα, που διαψεύδονται ή που τα διαψεύδουμε στο πέρασμα του χρόνου. Η ερμηνεία του Νικητόπουλου κινείται σε αποφασιστικούς τόνους εδώ. Δείχνει να ξέρει για τι μιλάει, μέσα από το καρό πουκάμισο, δείχνει να ξέρει τις κινήσεις του από τετράγωνο σε τετράγωνο, να μη μετανοιώνει, να δέχεται όσα έγιναν κι όσα ακόμα θα γίνουν. Και για την χειρότερη των περιπτώσεων, κρατάει "μαύρο κουμπί ανταλλακτικό". 




09. Κάτι από σένα
Η μελαγχολική σύνθεση, που έδωσε και τον τίτλο στον δίσκο, ιχνογραφεί τον ευαίσθητο ψυχισμό του Γιώργου Νικητόπουλου. Το ερμηνεύει ο ίδιος με όλην εκείνη την ανάμεικτη με πείσμα πικρία του χωρισμένου. Πόσο οικεία αυτή η εμμονή, ο διαρκής μονόλογος, που φαντάζεται πως είναι διάλογος με το χαμένο αντικείμενο του πόθου, την χαμένη αγάπη.
"Ό,τι χωρίζει πάντα ορίζει ό,τι  του μοιάζει για αγαπημένο" είναι ο στίχος - κλειδί του τραγουδιού, ίσως κι ο στίχος - κλειδί όλου του δίσκου. Ενσωματώνει νοσταλγία και πείσμα μα κι έναν αυτοσαρκασμό, που (θαρρεί πως) κρύβεται στο "μοιάζει", ένα ρήμα, που υπονομεύει όλο το στιχούργημα. 





10. Σονέτο 116
Για το φινάλε του δίσκου, ο Νικητόπουλος επιλέγει ένα σονέτο του Shakespeare, στην κλασική του Ελληνική μετάφραση από τον Βασίλη Ρώτα. Ο Shakespeare υμνεί και ορίζει από καθέδρας με απόλυτη βεβαιότητα την αγάπη και τα χαρακτηριστικά στοιχεία της και ο Νικητόπουλος επιλέγει μια θεατρική προσέγγιση και μια θεατρικού ύφους μουσική σύνθεση για να μας περάσει την ιδέα και τα μηνύματα του μεγάλου Άγγλου για την αγάπη. Το κομμάτι ανοίγει με απαγγελία του Κώστα Μπερικόπουλου, τον οποίο ακολουθούν αποφασιστικά εν χορώ ο συνθέτης, με τους ηθοποιούς Κ. Ρεπάνη και Θ. Λέκκα και την Παυλίνα Κατσή. 
Θεωρώ πως με το συγκεκριμένο σονέτο ο Νικητόπουλος κλείνει ιδανικά το CD. Το κλείνει με μια κατάφαση στην αγάπη, στην υπόστασή της, στην σημασία της. Παρ' όλους τους πικρούς στίχους των τραγουδιών, που έχουν προηγηθεί, παρ' όλους τους χωρισμούς, τις προδοσίες, τις διαψεύσεις, τις ματαιώσεις, η αγάπη υπάρχει και θα εξακολουθεί να υπάρχει στην ζωή των ανθρώπων, η αγάπη "θα βρει την άκρη πάντα και παντού.".
Αισιόδοξο μήνυμα, αισιόδοξη επιβεβαίωση, που ο Νικητόπουλος μας φυλάει για το τέλος και καλά κάνει!




Σημ.: Το φωτογραφικό υλικό αποτυπώνει στιγμές από τις διαδικασίες ηχογράφησης του CD. Ευχαριστώ θερμά τον Γιώργο Νικητόπουλο για την πρόταση, που μου έκανε, να παρακολουθήσω όλη αυτή την διαδρομή και να εικονογραφήσω το "ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΣΕΝΑ".

Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

"ΟΙ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ" στο Vault - σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά

                                                    
                           

Για δεύτερη συνεχή χρονιά στον Πολυχώρο VAULT του Βοτανικού,  ανεβαίνει μια παράσταση από εκείνες, που αποτελούν ορόσημο για την θεατρική τους περίοδο και αφήνουν έντονο στίγμα, με το θέμα και την τόλμη τους. Μετά το περσινό “Curing Room”, που ήταν δικαίως μια από τις πιο πολυσυζητημένες παραστάσεις, o σκηνοθέτης Δημήτρης Καρατζιάς, συστήνει φέτος στο Αθηναϊκό κοινό ένα έργο ανάλογης δυναμικής και δύναμης.
«Οι φυλακισμένες» των Ισπανών συγγραφέων Ignacio del Moral και Veronica Fernandez γράφτηκαν κατά παραγγελία το 2007, για να ανέβουν από τους τελειόφοιτους της Βασιλικής Ακαδημίας της Μαδρίτης. Η εμβέλεια και η επιτυχία τους, ωστόσο, ήταν τέτοια, ώστε κατέληξανε στην Κεντρική Σκηνή του  Εθνικού Θεάτρου, της Ισπανικής πρωτεύουσας. Η υπόθεση τοποθετείται στην Φρανκική Ισπανία του 1950,  στις Γυναικείες Φυλακές, που λειτουργούν μέσα σε ένα μοναστήρι. 9 κρατούμενες για διαφορετικούς λόγους, διαφορετικά εγκλήματα. 9 κρατούμενες διαφορετικής κοινωνικής και φυλετικής προέλευσης, διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων. Όλες γυναίκες, όμως, όλες ίδιες στις βασικές τους ανάγκες, λειτουργίες και επιθυμίες, γυρίζουν στον ίδιο τροχό καθημερινών βασάνων. Το περιβάλλον διπλά σκοτεινό, διπλά κλειστοφοβικό, διπλά καταπιεστικό, καθώς σε αυτό διασταυρώνονται δύο από τους πιο συντηρητικούς και συχνά στείρα τυραννικούς βραχίονες μιας κοινωνίας, η Φυλακή ως προέκταση ενός φασιστικού Κρατικού μηχανισμού και το Μοναστήρι ως παρακλάδι της Εκκλησιαστικής εξουσίας. Το σημείο της διασταύρωσής τους, τα ανήλιαγα κελλιά της Μοναστικής Φυλακής, γίνεται θηλειά στον τρυφερό λαιμό των γυναικών κρατουμένων, που πνίγονται πληρώνοντας ένα τίμημα, πολύ πέραν του οφειλόμενου για τα όποια κρίματά τους και πολύ μακράν εκείνου του είδους ποινής, που θα στόχευε σε σωφρονισμό και κοινωνική επανένταξη.
Η κεντρική ιδέα του έργου, 9 έγκλειστες, που περιμένουν την χάρι, την οποία απονέμει ο Επίσκοπος μία φορά στα δέκα χρόνια σε μόνο μία γυναίκα, προδιαθέτει τον θεατή για την ατμόσφαιρα και την πλοκή. Οι 9 γυναίκες βγάζουν στην καθημερινότητα της Φυλακής όλα τους τα αρνητικά και θετικά στοιχεία, μετέρχοπνται όλη την γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων. Συγκρούονται, φωνασκούν, χειροδικούν, ανταγωνίζονται για την εύνοια της εξουσίας. Γίνονται αντικείμενο οικονομικής και σεξουαλικής εκμετάλλευσης από κάθε επιτήδειο, στην προσπάθειά τους  να εξασφαλίσουν μια στάλα πραγματικής ζωής, ένα μικρό μερίδιο στην αγάπη, στο σεξ, στην χαρά, στην ελπίδα. Συνήθως διαψεύδονται στον συσχετισμό τους με οποιονδήποτε εξωτερικό παράγοντα, κάθε τους ελπίδα και πόθος ματαιώνεται λιγότερο ή περισσότερο. Στο τέλος, δεν έχουν παρά μόνον η μία την άλλη, δεν τους μένει παρά εκείνη η ιδιαίτερη συντροφικότητα, που αναπτύσσεται μέσα από την συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας.
Οι δύο συγγραφείς βρίσκουν μια μοναδική ευκαιρία να θέσουν ευθέως ή υπαινικτικά μια σειρά από ερωτήματα, που ξεπερνούν κατά πολύ το στενό πλαίσιο μιας Φυλακής και τις συγκεκριμένες συνθήκες. Σε τελική ανάλυση αυτή η Φυλακή, με τους φύλακες και τους φυλακισμένους, με τα συναλλαγές, τις εκδουλεύσεις, τις μεσιτείες και τις αντιπαροχές της, τις ελπίδες και τις ματαιώσεις, δεν είναι παρά μια μικρογραφία κοινωνίας – όχι αναγκαστικά μόνο της Φρανκικής ή μόνο της Ισπανικής. Οι φυλακισμένες του έργου εκπροσωπούν κοινωνικούς τύπους και κοινωνικά στρώματα σε παρόμοιο εγκλωβισμό. Οι μοναχές και οι Εκκλησιαστικοί παράγοντες - πολύ χαρακτηριστικά εδώ – παίζουν τον πολλαπλό ρόλο του φύλακα, του μεσολαβητή μεταξύ εξουσιαζόμενων και εξουσιαστών. Παίζουν ακόμη τον ρόλο εκείνων, που αναλαμβάνει, με την επίκληση των θείων επιταγών και της εξ ύψους παρηγορίας, να κατευνάσουν τα πνεύματα, μόλις οι συγκρούσεις τείνουν να βγουν εκτός ελέγχου – προς τελικό όφελος, φυσικά, των έτσι κι αλλιώς ισχυρότερων στο παιχνίδι, των εξουσιαστών, που θέτουν τους κανόνες και τους εφαρμόζουν κατά το δοκούν.
Στις συνθήκες αυτές, η θέση των πιο αδύναμων ποια είναι τελικά; Ορίζουν καθόλου την μοίρα τους οι ίδιοι; Οι ιδεολογίες, οι πολιτικοκοινωνικοί αγώνες παίζουν κάποιο ρόλο, έχουν αποτέλεσμα και ουσία; Η μόρφωση σε συνθήκες ανελευθερίας τι νόημα έχει; Μας βγάζει ποτέ από καμμιά φυλακή – και πρωτίστως από την φυλακή του εγώ μας; Έννοιες, όπως η μετάνοια και η ελεημοσύνη, πόσο απατηλές είναι; Η Δικαιοσύνη είναι ή ήταν ποτέ πράγματι δίκαιη; Κι ο Θεός εν τέλει, υπάρχει, η θρησκεία είναι έμφυτη και ζωτική ανάγκη ή κοινωνική κατασκευή με δεδομένο ρόλο;
«Οι Φυλακισμένες» είναι έργο απαράβατου συνόλου, δομημένο κατά τρόπο ώστε, οι ήρωες να είναι συμπρωταγωνιστές, ισομεγέθεις ψηφίδες της ίδιας τοιχογραφίας. Ο καθένας τους αποτελεί διακεκριμένο,  αλλά ταυτόχρονα και αδιαχώριστο στοιχείο εκ των ουκ άνευ ενός φαύλου κύκλου. Και τα αμείλικτα ερωτήματα τίθενται από κοινού και από όλους, τίθενται από την ακατάπαυστη διαδραστικότητά τους επί σκηνής. Ο Δημήτρης Καρατζιάς έχει αναντίρρητα διεκπεραιώσει εδώ έναν σκηνοθετικό άθλο, καθοδηγώντας ιδιοφυώς έναν χορό αρχαίας τραγωδίας. Ήδη το πρώτο χορικό, που μας εισάγει στο έργο, παραπέμπει ευθέως στην Ελληνική τραγική παράδοση και υποδεικνύει την σκηνοθετική προσέγγιση, που υποστηρίζεται, όπως και στο “Curing Room” από μια εξαιρετικά υποβλητική, μουσική του Μάνου Αντωνιάδη. Ο σκηνοθέτης έχει διεισδύσει πρώτα ο ίδιος στον πυρήνα του έργου, και μας μεταδίδει την ουσία του με τα πιο λιτά υλικά και τεχνικά μέσα μεν, αλλά και με ένα λαμπρό επιτελείο ηθοποιών, που χωρίς ανάπαυλα ποιούν ήθος στο σανίδι, ζωντανεύουν σπαρακτικά τους χαρακτήρες, υποφέρουν και μεταφέρουν αβίαστα τους θεατές στον ζόφο και στα προσωπικά τους αδιέξοδα.   
     
Δεν βγαίνει ανακουφισμένος ο θεατής από την θεατρική αίθουσα. Βγαίνει, όμως, φέροντας εκείνο το είδος των ερωτημάτων, που, έστω κι αν μένουν αναπάντητα, φωτίζουν λίγο περισσότερο τον πολιτικοκοινωνικό μας περίγυρο, την  πραγματικότητα, μέσα στην οποία ζούμε και την οποία θεωρούμε «εκτός Φυλακής». Είναι, όμως; Και πόσο;
Βλέποντας, τις «Φυλακισμένες», ένα must για την τρέχουσα θεατρική περίοδο, ίσως καταλήξετε σε μια δική σας απάντηση.

Ταυτότητα παράστασης:
Ηθοποιοί:
Ελένη Αλεξανδροπούλου, Ντέμη Αντωνοπούλου, Δέσποινα Αποστολίδου, Δώρα Γιαννακοπούλου, Βάσω Γρέντζελου, Χρήστος Καλμαντής, Γιάννης Καραμπέκιος
Μαρία Κατσαρού, Μυριέλλα Κουρεντή, Στέλλα Μουκαζή, Μαργαρίτα Παπαντώνη
Νίκη Πολύζου, Σοφία Ρούσου, Ευθύμης Τζώρας, Μαρία Φραγκάτου, Γιάννα Σταυράκη
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καρατζιάς

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

Μουσική: Μάνος Αντωνιάδης

Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος Λυτζέρης

Φωτισμός: Βαγγέλης Μουντρίχος

Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21.15 μμ
Μελενίκου 26, Βοτανικός      
              

   

Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Δεκαπενταύγουστο, στο Αβδού


Το Αβδού είναι ένα μικρό, καλοδιατηρημένο, χωριό σχετικά κοντά στο Ηράκλειο. Το τοπωνύμιο οφείλεται πιθανότατα στον προφήτη Αβδιού, του οποίου Ναός υπήρχε, κατά την παράδοση, στη θέση «Λινές».
Το χωριό απλώνεται στην μέση του κάμπου της Λαγκάδας, 40 χλμ. από το Ηράκλειο, και παράγει κυρίως λάδι. Είναι γνωστό ως γενέτειρα του μεγάλου Έλληνα αρχαιολόγου και Μεσαιωνοδίφη, Στέφανου Ξανθουδίδη (1864-1928), ο οποίος, πέραν του αρχαιολογικού του έργου, μας άφησε σπουδαία κριτική, εκλαϊκευμένη, έκδοση του "Ερωτόκριτου", καθώς και εκδόσεις του "Φορτουνάτου" και της "Ερωφίλης". Η προτομή του Στέφανου Ξανθουδίδη κοσμεί την πλατεία απέναντι από την είσοδο του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου.  
Το Αβδού σφύζει από ζωή - ιδιαίτερα το καλοκαίρι, καθώς οι ντόπιοι επιστρέφουν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους και μετέχουν σε πληθώρα παραδοσιακών εκδηλώσεων και εορτών, που οργανώνονται από τον δραστήριο τοπικό Πολιτιστικό Σύλλογο. 
Το πιο χαρακτηριστικό ίσως στοιχείο του χωριού, και ασφαλώς το πρώτο, που παρατηρεί ο επισκέπτης, είναι οι παραδοσιακού ύφους, ξύλινες, πινακίδες, που έχουν τοποθετηθεί σε σχεδόν όλα τα κτίσματα. Μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη πινελιά, οι πινακίδες αυτές, που ενημερώνουν για το τι κατάστημα ή άλλη εγκατάσταση υπήρχε εκεί, ποιός ήταν ο ιδιοκτήτης και με ποιό υποκοριστικό μπορεί να ήταν κοινά γνωστός.   
Οι φωτογραφίες, που ακολουθούν, δίνουν μιαν εικόνα του Αβδού, όπως το γνώρισα με συννεφιά, ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο του 2017.    






































































 
GreekBloggers.com